Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ


1. τυφλές οι έριδες πεινάνε. Γιατί τις τρέφεις;

2. το ξέρεις… θα ριζώσουν στα πέλματα
ανθρώπων πατώντας το ματωμένο αύριο.

3. Το Αύριο που δεν θα νιώσεις.

4. και’ συ, θα εναστρωσείς το Αγέρωχο
σκεπτόμενη τα σκήπτρα που κατείχες,
το γέλιο σου.

5. Κοπάδι το Ευχάριστο σε περιβάλλει καθώς και το
κογχύλι της μνήμης σου, της μνήμης που έμεινε
μισά σβησμένη.

6. Φλεγόμενη του Εμετικού Ιούλη.

7. Πνιγμένος από δάκρυ ήλιος , κατέβασε τα
ρυτιδιασμένα βλέφαρα

8. καθώς αρμένιζε στα σκοτάδια.

9. και κείνοι δρασκελίσαν τα βήματα του Ακρίτα.

10. Πατημασιές ιδρωμένου αίματος αγκάλιασαν
τα δασύτριχα στήθη

11. Ξεριζωμένων πλατάνων που αναπολούσαν
το Αιώνιο.

12. Σε αγαλματένια ματιά καθρεφτιζόταν
η φλόγα του Ερέβους ζωσμένη από εστίες
Θριάμβου.

13. (Πεθαμένου αλλά θριάμβου.
Ξεριζωμένου αλλά θριάμβου.)

14. και ένας καμένος Παράδεισος
υποδεχόταν τους καιόμενους στίχους.
15. (Σε χώμα γριπωμένο από θάνατο.

16. Σε θάνατο λιγδιασμένο από χρώμα

17. πορτοκαλί της φωτιάς

18. και της αρρώστιας.)

19. Για κείνους που άγγιξαν το Ανεξίτηλο.

20. Φλεγόμενοι του Εμετικού Ιούλη.

21. 17 χρονιά ερχόμενοι φευγάμενοι στην
πολιτεία του οίνου.

22. Και ένας Αίολος στα πανιά μας πειρατεύει
τους στίχους, ψαρεύοντας στη Γερμασόγεια
τη γύρη μας

23. Δαγκώνοντας αναστημένα το Κουρίο, το
Σταφυλόχρώμο Κολοσσί.

24. Σαν κόπασε ο άνεμος, οδοιπορήσαμε από την
αδελφή της Θεσσαλονίκης στις αυλές χωρισμένων
ονείρων.

25. Και ηβραμε γραμμή την είπαν
Πράσινη.

26. Γερασμένη φωνή πρόβαλλε τα στήθη της
που μιλούσαν.

27. –Τούτα τα άσπρα σπίτια είναι δικά μας
οι εκκλησιές, οι σταυροί των
παιδιών μας…-

28. Μα αφελές μειδίαμα στραγγάλισε τη φωνή.

29. Και ο Ποιητής
Φλεγόμενος του Εμετικού Ιούλη

30. Αράδιασε πορφυροχρωμες σκέψεις
για πορφυροχρωμη φρίκη.
31. και ένας καθρέφτης Αφροδίτης

32. Γενέτειρα Τυφλής Ποιήσεως.

ΒΙΒΛΙΟ


Τα μάτια μου βαστούν
ένα βιβλίο.
Παλαιό με κίτρινες σελίδες
«Ένα αληθοφανές παραμύθι»
Ο τίτλος του.
Εξιστορούσε ένα μέρος
Απόκρυφο, αόριστο,
μη υπαρκτό θαρρώ.


Μια γλιστερή λάσπη
περιέβαλλε το τοπίο,
μια βρώμικη, ζοφερή
λάσπη.
Ανάγλυφες μορφές λαμπύριζαν στην λάσπη
Και κραύγαζαν με τον βουβό μορφασμό τους.
Η λάσπη ανέβαινε και τις παράσερνε έρμαιες
Στο ριζικό τους.
Αλλονών η λάσπη γαργαλούσε τα γόνατα
Κάποιοι άλλοι βυθισμένοι ως τη μέση.
Και λίγοι την ανέπνεαν.
Και νας βράχος μοναδικός και στέρεος
Φιλοξενούσε έναν άνθρωπο.
(έτσι λένε όλοι)
Μήτε σοφό, μήτε έξυπνο,
Μήτε νέο , μήτε γερασμένο,
Δεν γνωρίζω φύλο.
Ούτε είμαι σίγουρος για ομορφιά.
Μα ήταν ευτυχής και
ευλογούσε τη μοίρα του.
Δεν ήταν σαν τα λεία πρόσωπα,
Δεν είχε πόνο στα μάτια του,
Μονό ευτυχία.
Όπως νόμιζε
Ο αδαής.

Και’ να σαρδόνιο γέλιο
Διατρυπά το βιβλίο.
«Τούτο το ον και η λάσπη
Πόσο μοιάζουν»

Δεν θέλω ν’ ανοίξω πάλι αυτό
Το βιβλίο
Τρομάζω στις σκέψεις του
Φοβάμαι να το διαβάσω ,
Αδυνατώ να το κατανοήσω,
Μα είναι τόσο προσωπικό.