Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

ΜΑΥΡΕΣ ΤΡΥΠΕΣ


Μα ναι. Το ξερώ η όχι
Παρόλα αυτά όμως θα υπάρχω .
Τι και αν με προδώσανε οι στόχοι.
Τις Μαύρες Τρύπες του «Ωσσάνα» εγώ θα άρχω.

Νάτος. Χαχανίζει ο θυμός
νευρόσπαστος στα έκφυλα, στα σάπια.
Το πέρασμα τους ανέγγιχτος χυμός
που στέρεψε πηγάζοντας στα χάπια.

Πύθιας παιδιά, άβουλοι πλανήτες
εγώ, ο καπνός και τα κλεμμένα χόρτα.
Αντλούν ζωές οι μαγεμένοι αλήτες
μορφάζοντας οι ίδιοι προς την πόρτα.

Και η ζωή παλλόμενη κορδέλα…
Σφίγγει και φεύγει ο παλμός.
Να μάχεται σαν αίμα μες στη βδέλλα ,
να φλέγεται τυφλός ο οφθαλμός.

Και πάλι χάνονται στο άγνωστο του πλήθους.
Παρέα τους ελπίδα που ναρκώνει.
Μετρούν τις ψεύτικες αυγές , χαροκαμένους λίθους
μετρούν το χάραμα καιρού που πόνο ενσαρκώνει.

Εισαγωγές σε όνειρα Προκρούστη.
Λάσπη, κομμάτια σύννεφα στον βάλτο.
Σάλπιγγες τροπαίου. Κρουστή
το Αίνιγμα της Σφίγγας μες το μυαλό σου βάλτο.

Ανύποπτα λιθάρια τσουλούν στο άπειρο.
Αδρά κοιτούν τον χρόνο που παγώνει.
Ιερογλυφικά σε ξεχασμένο πάπυρο.
και καταφύγιο ο ουρανός σε ανάπηρο παγώνι.


Αδέκαστοι αναρχικοί στο Αιώνιο.
Ροδοπέταλα μαραίνονται…τουλίπες.
Διαλεχτή αμβροσία τους το κώνειο.
Που δεν γεμίζει πλέον Μαύρες Τρύπες.

Άδικα περιστέρια μου, οι λύπες…

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ


1. τυφλές οι έριδες πεινάνε. Γιατί τις τρέφεις;

2. το ξέρεις… θα ριζώσουν στα πέλματα
ανθρώπων πατώντας το ματωμένο αύριο.

3. Το Αύριο που δεν θα νιώσεις.

4. και’ συ, θα εναστρωσείς το Αγέρωχο
σκεπτόμενη τα σκήπτρα που κατείχες,
το γέλιο σου.

5. Κοπάδι το Ευχάριστο σε περιβάλλει καθώς και το
κογχύλι της μνήμης σου, της μνήμης που έμεινε
μισά σβησμένη.

6. Φλεγόμενη του Εμετικού Ιούλη.

7. Πνιγμένος από δάκρυ ήλιος , κατέβασε τα
ρυτιδιασμένα βλέφαρα

8. καθώς αρμένιζε στα σκοτάδια.

9. και κείνοι δρασκελίσαν τα βήματα του Ακρίτα.

10. Πατημασιές ιδρωμένου αίματος αγκάλιασαν
τα δασύτριχα στήθη

11. Ξεριζωμένων πλατάνων που αναπολούσαν
το Αιώνιο.

12. Σε αγαλματένια ματιά καθρεφτιζόταν
η φλόγα του Ερέβους ζωσμένη από εστίες
Θριάμβου.

13. (Πεθαμένου αλλά θριάμβου.
Ξεριζωμένου αλλά θριάμβου.)

14. και ένας καμένος Παράδεισος
υποδεχόταν τους καιόμενους στίχους.
15. (Σε χώμα γριπωμένο από θάνατο.

16. Σε θάνατο λιγδιασμένο από χρώμα

17. πορτοκαλί της φωτιάς

18. και της αρρώστιας.)

19. Για κείνους που άγγιξαν το Ανεξίτηλο.

20. Φλεγόμενοι του Εμετικού Ιούλη.

21. 17 χρονιά ερχόμενοι φευγάμενοι στην
πολιτεία του οίνου.

22. Και ένας Αίολος στα πανιά μας πειρατεύει
τους στίχους, ψαρεύοντας στη Γερμασόγεια
τη γύρη μας

23. Δαγκώνοντας αναστημένα το Κουρίο, το
Σταφυλόχρώμο Κολοσσί.

24. Σαν κόπασε ο άνεμος, οδοιπορήσαμε από την
αδελφή της Θεσσαλονίκης στις αυλές χωρισμένων
ονείρων.

25. Και ηβραμε γραμμή την είπαν
Πράσινη.

26. Γερασμένη φωνή πρόβαλλε τα στήθη της
που μιλούσαν.

27. –Τούτα τα άσπρα σπίτια είναι δικά μας
οι εκκλησιές, οι σταυροί των
παιδιών μας…-

28. Μα αφελές μειδίαμα στραγγάλισε τη φωνή.

29. Και ο Ποιητής
Φλεγόμενος του Εμετικού Ιούλη

30. Αράδιασε πορφυροχρωμες σκέψεις
για πορφυροχρωμη φρίκη.
31. και ένας καθρέφτης Αφροδίτης

32. Γενέτειρα Τυφλής Ποιήσεως.

ΒΙΒΛΙΟ


Τα μάτια μου βαστούν
ένα βιβλίο.
Παλαιό με κίτρινες σελίδες
«Ένα αληθοφανές παραμύθι»
Ο τίτλος του.
Εξιστορούσε ένα μέρος
Απόκρυφο, αόριστο,
μη υπαρκτό θαρρώ.


Μια γλιστερή λάσπη
περιέβαλλε το τοπίο,
μια βρώμικη, ζοφερή
λάσπη.
Ανάγλυφες μορφές λαμπύριζαν στην λάσπη
Και κραύγαζαν με τον βουβό μορφασμό τους.
Η λάσπη ανέβαινε και τις παράσερνε έρμαιες
Στο ριζικό τους.
Αλλονών η λάσπη γαργαλούσε τα γόνατα
Κάποιοι άλλοι βυθισμένοι ως τη μέση.
Και λίγοι την ανέπνεαν.
Και νας βράχος μοναδικός και στέρεος
Φιλοξενούσε έναν άνθρωπο.
(έτσι λένε όλοι)
Μήτε σοφό, μήτε έξυπνο,
Μήτε νέο , μήτε γερασμένο,
Δεν γνωρίζω φύλο.
Ούτε είμαι σίγουρος για ομορφιά.
Μα ήταν ευτυχής και
ευλογούσε τη μοίρα του.
Δεν ήταν σαν τα λεία πρόσωπα,
Δεν είχε πόνο στα μάτια του,
Μονό ευτυχία.
Όπως νόμιζε
Ο αδαής.

Και’ να σαρδόνιο γέλιο
Διατρυπά το βιβλίο.
«Τούτο το ον και η λάσπη
Πόσο μοιάζουν»

Δεν θέλω ν’ ανοίξω πάλι αυτό
Το βιβλίο
Τρομάζω στις σκέψεις του
Φοβάμαι να το διαβάσω ,
Αδυνατώ να το κατανοήσω,
Μα είναι τόσο προσωπικό.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Ο ΒΑΦΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ


Ένα ζαρκάδι λιποθύμησε ζυγίζοντας την πνοή του
Καταχωνιασμένος ο τρόμος στις κυψέλες
Της μνήμης.
Το πράο μέτωπο της σελήνης
Ακουμπούσε τα σύννεφα
«Χάρισαν το όνομα μου σ’ αστέρι»
Η χαμογελαστή νοσταλγία χαστούκισε
Την ηχώ της…
Λίκνισα το κεφάλι μελαγχολικά κατά κει
Που γειτονεύει ο χρόνος
Με το στυγνό πεπρωμένο των θνητών
Μείνε’ κει
Σε λίγο έρχομαι
Να σκορπίσουμε τη θαμπή, γλοιώδη
Λάμψη στον κόσμο…

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ



Η χλόη αχόρταγα κατασπάραζε τον ζοφερό ουρανό.
Η θλίψη του μας γρατζουνούσε τα κόκκαλα .
«Έχει καταφύγιο λίγο πιο κάτω» είπα.
Ένα απείθαρχο χαμόγελο- το υπέροχο σου χαμόγελο :
Ιχνηλασιών ερώτημα
Ασυναίσθητα βαστούσα την καρδία μου…

ΣΕ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ



Αποδήμησε η όρεξη απόψε.
Σαν τα ζωγραφιστά πουλιά στο φεγγάρι.
Σαν τις νότες κιθάρας που τσίγκλα στα καλαμιά.
Σαν φθινοπωρινό φιλί κοριτσιού.
Σαν τη βροχή που ρυτιδώσει τα τζάμια.
Σαν τις στιγμές αιωνίας χαράς.
Σαν όνειρα που νταντεύει ο ύπνος.
Σαν και σένα καλή μου.

Δεν έχω όρεξη απόψε, μονό απορίες.
Που πήγαν τα μάτια που δροσίζουν
Τον ήλιο ;
Που πήγε το στόμα που φιλαέι
Λουλούδια ;
Ποιος σκουνταέι τις χούφτες που βαστάνε
αγάπη ;
Ποιο φεγγάρι, τάχα, να λούζει μαλλιά σου ;
Ποια άνοιξη σε ξελόγιασε πάλι ;
Για ποιες χώρες ταξιδεύεις ;
Για ποιες στιγμές μαλώνεις τον χρόνο ;
Για ποιο ψεύδος οδεύεις καλή μου ;

Αποδήμησε η όρεξη απόψε.
Μα οι φωλιές των πουλιών
παραμένουν στα δέντρα.
Μα οι φωνές των παιδιών
παραμένουν στα σπίτια.
Και οι σκιές των μορφών
ακολουθούν τον αφέντη.

Να’ σουν εδώ να δεις το δεμάτιο
-πρόστυχο όπως πάντα- δεν
άλλαξε καθόλου.
Τσαντίζομαι οι τοίχοι σουφρώνουν
τα χείλια τους και γελούν, κοροϊδεύουν.
Το μονό που κλαίει είναι το
λιωμένο κερί στο φτωχό τραπεζάκι.
Πρέπει να κλαίει γιατί φωτίζει
τ’ απομεινάρια που μου έμειναν.
Στραγγίζει τον λόγο που γράφω.
Συνοδεύει την πένα που κεντά την
Ψυχή μου.
Μα το μελανί στέρεψε, δεν επιθυμώ άλλο
Αρκετά
μελάνιασε η ψυχή μου.

Αποδήμησε η όρεξη απόψε.
Μα τα πουλιά-ακόμα- χορεύουν στον άνεμο.
Μα τα πούλια –ακόμα- φτερουγίζουν τη μέρα.
Μα τα πουλιά –ακόμα- κλωσσάνε το αύριο
και κελαηδάνε τον πονώ.
Ραμφίζουν τον ερώτα και κράζουν σκιάχτρα.
Σπουργίτι κουρνιαχτό στη
ψυχή μου, είναι χειμώνας
μα τα κλαδί μου αντηχούν
ακόμα.


Δεν έχω όρεξη απόψε, μονό αλήθειες.
Τρυφερά παραμύθια περιέπαιξαν τα
πρώτα χρόνια της νιότης μου.
Απόψε έχω μεταλλάξει το τέλος.
Η πεντάμορφη παρέμεινε τέρας.
Και τ’ ασχημόπαπα δεν γνώρισαν κύκνο.
Ωραία αγάπη έτρεφε ο Μενέλαος
για την Ελένη.
Μα η Ελένη έσβησε σαν το λουλούδι
Στην νύχτα που βρέχει.
Ενώ η αγάπη του Μενελάου έγινε Έπος.
Ήταν ωραία αγάπη…

Η αγάπη είναι το μέρος
που η ομορφιά υποχωρεί στο ωραίο.
Το εφήμερο βλεφάριζε στο αιώνιο.

Είμαστε όμορφοι σε ωραίες ψυχές.

Ίσως οι Έλληνες λάφυρα και πλούτη να έβλεπαν
Στην γενιά του Πριάμου.
Το ζύγι της καρδίας μου δεν έχει κρίμα.
Τα πάθη της αστρακοπουν βοριάδες.
Τα πλούτη σας σταυρώσανε μεσσίες.
Η προίκα μου να στέκω άσπιλος στα λόγια.

Έτσι και εγώ άνδρας φτωχός είμαι και γνώσεις
Βαθύπλουτες γροικώντας.
Εμπειριών βιώματα . Πείρας οργώματα θαρρώ.

Παραμένω ευγενής στην φτώχεια μου.

Δεν αχώ όρεξη απόψε μονό απορίες

Είναι κακό να τρέχουμε γυμνοί στα
λιβάδια του πόθου σέρνοντας το
αγνό μεσημέρι;

Είναι κακό να εγκλωβίζουν οι χούφτες μας κινούμενο το μούσκεμα του χρόνου;

Είναι κακό να ακουμπήσουμε στους στυλοβάτες του σύμπαντος;

Είναι κακό να ραντίσουμε την αυλή των ονείρων μας;

Είναι κακό να κηλιδώσουμε λίγο απ την λευκότητα του ήλιου;

Είναι κακό να αφουγκραστούμε στους καρπούς μας τους παλμούς της ζωής;

Είναι κακό να πεθάνουμε ζώντας;


Πάχνη οι σταγόνες στα μάτια μου
Ένα δάκρυ ξαπόστασε καρτερώντας εσένα.
Ποια τσιγγάνα βράδια το ζουλάρει;
Φάλτσες μελωδίες γευματίζουν στο γείτονα,
Σκυλιά από κόκαλο γαβγίζουν στο δρόμο.


Πιο γκρεμοτσακισμα μάτωνε τη ψυχή μου με ανάλγητους βρυχηθμούς από χαμένα βάθρα. Ποιο μουγκρητό στα γενιά δεν στεριώνει… α ρε καθρέφτη άδικε την ομορφιά μου κλείνεις….

Μα επιτέλους
Είναι κακό
Ν αγαπάς
Καλή μου;

Τι να πω; Η όρεξη αποδήμησε απόψε.


ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ

EΠΙΣΤΟΛΗΝ ΕΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟ ΑΠΟ ΠΡΕΒΕΖΗΣ




Διοπτροφόρε άνδρα
πουλί ακελαίδιστο ήμουν,
φτερά έχοντας στα βλέμματα παιδιών.
Τα μονά ματιά που αγάπησα.
Και οι τιμές από μικρές
γινήκαν εύγε.
Και από εφηβείας χρονιά
πλαισιωμένος από ηδονή ήμουν.
Ηδονή μη αποκτήσιμη.
Και οι μικροχαρές και τα
Χαμογελά μάταια πονούσαν
ν’ αγγίξουν το πρόσωπο μου.
Και εγώ ανέγγιχτος.
Παρά μονό επιθυμούσα
κείνο το «νησί» που θα με
λύτρωνε από τα επίγεια
δανείζοντας μου ουρανό.
Και μ’ ήβρε εκείνο…
Μα μήτε η γλυκεία
Πηνελόπη μήτε οι αδάμαστοι
μνηστήρες
με συναντήσαν
παρά μονό η σκιά μου…
Η τρυφούσα το φως σου.
Τώρα μάλιστα.
Θλιμμένα προσωπεία
ανάβουν κεριά για με
που ’μαι σβησμένος.
Παρακαλώ σε, διοπτροφόρε άνδρα.
Κάτω . Υπό το φως των κηρίων σου
Θα’ ρθει μια μέρα η σκιά μου.
Μη την φοβάσαι μα μήτε την πολεμήσεις.
Μονό πες της κρυφά εκ μέρους μου,
κείνο το περήφανο, τρανό, ανόητο
συγνώμη.


Κ.Κ
Δύναται.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

ΛΙΠΟ-ΘΥΜΙΚΟΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ




«Θ’ αρχίσω να διαβάζω είπε» ένα μωσαϊκό τρίχας,
ένα απίστευτο συνοθύλευμα σπυριών και βρωμάς.
Οι μασχάλες του είχαν βουλιάξει στον ιδρώτα, οι κιτρινωπές κάλτσες
κατάντια προσφυγικού καταλύματος χιλιάδων μικροοργανισμών
και κεινος ρουφούσε το ιστορικό απόσταγμα ενός γαμημένου έθνους
(Δηλαδή ενός έθνους που το γαμήσανε) ξαπλωμένος
νωχελικά στο μαξιλάρι.
« Που θα πας» ρώτησε το απομεινάρι της φάλαινας
Που ζούσε στη στεριά και ταλαντευθήκαν ταυτόχρονα όσο και φρικαλέα οι αποκρουστικές τρίχες στο πηγούνι της.
«Πρέπει να φύγω» είπα.
«Μια ζωή φεύγεις» απάντησε βαριεστημένα.
«Μια ζωή η ζωή μου φεύγει» αποκρίθηκε ηττημένα η φωνή μου.
«Όλο μαλακιές λες κλαπαρχιδα» και έστρεψε με τον περιφρονητικό τρόπο μιας βλάχας το κεφάλι της.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Βλεμμα στο φως...


Τελευταία σεργιανώ σε ηλεκτρονικά παράθυρα προσπαθώντας να απεγκλωβιστώ από την ρουτίνα που μου προσφέρουν οι διαδρομές στο μανάβικο για πράσα και μπανάνες, οι χαιρετούρες με την φαρμακοποιό της γειτονιάς και το αθώο φλερτ με κεiνoν τον ξανθό Άγγελο στο περίπτερο…Εγω της παραγγέλλω pas mall κόκκινα εικοσάρια και κεινη μου προσφέρει φλογέρες φαντασιώσεις .Δεν είμαι ο ηθικότερος ίσως άνθρωπος στον κόσμο αλλά σε μια εποχή πλαστικοποιημένη δεν οφείλω να αποδείξω τίποτα για το ποιος είμαι η τι πρεσβεύω… Άλλωστε οι απόψεις ποικίλουν όπως και οι κωλοτρυπίδες. το άρωμα διαφέρει … είχα μείνει στα παράθυρα λοιπόν … Αναπνέω ξανά … άνηβες μου εποχές λαμπυρίζουν στα μάτια μου πριν επωμιστώ τον μανδύα ενός κυνικού περιπατητή. Περίοδοι της ζωής μου συνυφασμένες με ατέρμονες ονειροπολήσεις … Ποιον ερωτεύτηκε η Άννα... Ποσό fake ξυλίκι αλά b movie from Honk-Kong ρίχναμε με τον Χρηστό … βλέπω την γενιά μου να ωριμάζει αλλά όχι να γερνά … Θυμάμαι τις μασημένες τσίχλες κάτω από τα θρανία σαν την αναμοχλευμενη γνώση που μας τάιζαν οι καθηγητές. Κάποιοι στοιχειώνουν ακόμα το θυμικό μου. Γραφικές φιγούρες… Αναπολώ τις στιγμές πανικού στους οπλοβαστούς πριν βιώσουμε τον Γολγοθά της επιθεώρησης ( απαγχονισμός σε αυτόν που κατασκεύασε το κλείστρο by the way). Απομονωμένος στο σπιτάκι μου (χίλιες φορές πρεζάκιας είναι υπερβολικό ρε Τζίμη) έγινα και εγώ ότι χλεύαζα στην εφηβεία μου. Συμβιβασμένος στους βιορυθμούς της εποχής ας έκανα και αλλιώς με ιδεολογίες και επαναστάσεις δεν θα έβλεπα να φουσκώνει η κοιλία της κορούλας μου… (πάντως θα είχα λιγότερες διαδρομές προς τον νιπτήρα και δεν θα βίωνα τον μουσουλμανικό τρόπο καθαρισμού –χωρίς παρεξήγηση Χασάν) . Πάντα κάτι τυπάκοι με κοιτούσαν με βλέμμα λες και ανακάλυψαν την Αμερική και σκαμπάζοντας με λάγνο ύφος εκφράσεις του τύπου « έκανα add μια πιπινίτσα γ****ε τα έγραψα και στο wall της μια αφιέρωση πρέπει να Xpare πολύ αυτό δικέ μου ”. Σε ένα παλαιολιθικό απολειφάδι σαν και έμενα που ακόμα παρακολουθεί ευχαρίστως σε vhs τον τελικό του ευρωμπασκετ της Αθήνας και σιγοτραγουδά το Billie jean επιδιδόμενος σε τραγελαφικές φιγούρες (ευτυχώς μονάχος ) στο μπάνιο. Οι φράσεις του τύπου γραφώ στο wall, περά από τον δρόμο είχε την δίκια του ιστορία και τους pink Floyd δεν μου λεγαν τίποτα. Δεν μπορώ να με κατατάξω στους Αιρετικούς γιατί είμαι δυσκολοπίστος γενικά, αλλά η όλη φάση του Face book δεν μου γέμιζε το μάτι (εδώ δεν γεμίζει το στομάχι μου το μάτι μου θα γεμίσει μου λες) . Νομίζω καθότι είπαμε σπάνια πιστεύω ,ότι είναι ένας επίμαχος τρόπος για τους περισσότερους να κραυγάσουν τα θέλω τους, να ψιθυρίσουν στωικά τις επιθυμίες τους … σε μια εποχή που τα έγχρωμα όνειρα πλέον αποτυπώνονται σε ασπρόμαυρες οθόνες …καταλαβαίνω ότι η επικοινωνία δεν είναι μόνο η οπτική επαφή με ένα αγέρωχο, ομιχλώδες η οτιδήποτε άλλο κοσμητικό επίθετο βαλτέ ανάλογα με την περίσταση βλέμμα …η επικοινωνία είναι τα συναισθήματα που σου παράγει η επαφή σου με ένα βλέμμα… όχι το να κοιτάξεις αλλά το να δεις … και είδα πολλά … είδα φίλους μου να σουλατσάρουν στα καλντερίμια της ζωής πεπειραμένοι πια λαϊκιστή να μεγάλωσαν χεχε … Ήμασταν παιδιά και τώρα φέραμε παιδιά σε αυτόν τον κόσμο αλλά στην πλειονότητα είδα ότι ακόμα νιώθουν σαν παιδιά και αυτό μου προξένησε ελπίδα. Και ίσως και πιστή… Πίστη ότι δεν είμαστε απλώς τυποποιημένα προϊόντα αναρτημένα στο ράφι… Με τις αναλογίες μας τα πιστεύω μας και τα θέλω μας να μας περιτυλίγουν σαν ετικέτες… τα όνειρα μας δεν κρεμιούνται στο τσιγκέλι: σφαχτάρια ενός παροδικού κοινωνικού καπρίτσιου … Δεν εγκαταλείπουμε ποτέ την διαφορετικότητα μας και αυτό είναι το σαγηνευτικό της ανθρώπινης φύσης να μπορείς να διαφέρεις και να το αποδέχεσαι …
Δεν θα κλείσω με κλισέ. Δεν περιμένω ένα καλύτερο αύριο μιας που περιμένοντας το μέλλον χάνεις το σήμερα. Απλά θέλω να μοιραστώ ένα συναίσθημα. Μια ανατριχίλα παρόμοια με κάθε φορά που με βλεφαρίζει η μονάκριβη μου Ολια. Υπάρχουμε ρε γαμοτο ακόμα . Ζούμε κοιτάζοντας ψηλά…