Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

ΠΟΝΤΙΚΟΠΑΓΙΔΑ



Ερειπωμένες φωνές στην ερημία των συντριμμιών … άραγε τι έχει καταρρεύσει πρώτο η ελπίδα ή τα θεμέλια του να την ψηλαφιστούμε…
Τόπος μουντός πνιγμένος στην κατάθλιψη την διακρίνεις παντού σαν παλιομοδίτικη γκρίζα στρατιωτική κουβέρτα… σύννεφο που αράχνιασε στα πάντα … Στους δρόμους , στα πολυκαταστήματα , στα γυμναστήρια στις λαϊκές παντού πρόσωπα στεγνά με δυο τρύπες σαν μανικετόκουμπα για μάτια και ένα στόμα ερμητικά κλειστό, αφήνοντας στη ζουλά δυο χαραμάδες όνειρο να καθρεφτίζονται στα δόντια.
Μουσούδες ξερακιανές και λυσσασμένες … ληστεύουν κάτι λίγο από τον χρόνο τους… Είμαστε πιστά σκυλιά εδώ στην χωρά του Ομήρου για αυτό και λυσσομανούν να μας αλλάξουν…
Ο Έλληνας ξέρει να χαμογέλα δακρύζοντας και να δακρύζει με μειδίαμα…
Σακούλες πηγαινοέρχονται μανιασμένες... Κονσέρβες μέσα παρελαύνουν , πάμπερς για τα αφράτα κωλαράκια των παιδιών μας , αποσμητικά λίγο λάχανο και κάτι κοψίδια κρέας…
Μας αγόρασαν και μας πούλησαν κλέβοντας από το ζύγι τα προικιά μας .
Αι τι? ΑΕΙ ΚΑΙ ΓΑΜΗΣΟΥ εμείς γεννηθήκαμε ποντίκια στα χαλάσματα γεμίζοντας τις τρύπες , τα κενά μας , κτίσαμε την οικία μας… και εσύ τώρα
σεισμέ μας αποπαίρνεις … ποντίκια κλικάρουνε παράθυρα σε οθόνες- λαχανιαστά ανάσες να φουμάρουν- ποντίκια και δικέφαλοι γυμναζόμενοι ψυχή και σώματι σαν αετοί αγναντεύουμε σαν τρωκτικά σκορπάμε…
Κρίση Χριστέ μου οι Άχρηστοι τι θα πει ευρώ και τι Ευρώπη…
Παναγιώτα σσς φτάσαμε ταμείο
Απόδειξη όμως στον κουβά -απύθμενα να μετρά το βιος μας…

ΠΟΙΗΤΩΝ ΣΚΕΨΕΙΣ



Ηρθές και με βρήκες…λοιπόν;
Γυναικά απολύτου κενού , άδεια
Με ψάχνεις μα εγώ είμαι απών
Στη νύχτα που ζήλεψαν τα βραδιά…

Έλα και συ, κοίταξε,
Σκουλήκια είναι οι Σκέψεις.
Μισεί, αγαπά, έκλαψε,
η ψυχή που δεν πρέπει να κλέψεις.

Ακολουθά με είμαι φευγάτος,
Μην ακουμπάς σβήνω… με χάνεις…
Σαν νοσταλγώ γίνομαι γ α τ ο ς
Ταξίδι φεύγω μόρτης, αλάνης.

Τον εαυτό μου γελώντας τον βλέπω
Στων ματιών σου τις κόρες.
Τις γειτονιές του κόσμου διέπω
Πράσινη γη και ψεύτικες χώρες.

Ψυχοπομπός με παρέα το Αύριο.
Γυναικά… ΕΓΩ τη θλίψη σου άγω.
Επικριτής μα μοιραία και μ άγριο
τρόπο κάποιος μας θα λατρέψει τον Τράγο.

Έλα μαζί, ταξίδι στο άδυτο.
Κυνηγοί της χαμένης ουσίας,
Στης Πανάγιας το κορμί το απάτητο.
Στην λίμνη της Αχερουσίας.

Έλα μαζί στη χωρά του Αδάμ
Εκεί οπού δεν υπάρχουν φυλές
Ούτε δεσπότες μα ούτε μαντάμ
Παρά μονό ανάγκες δειλές.

Έλα μαζί, Γυναικά της θλίψης,
Μαζί με εμένα επαναστάτες,
Σε μια φωλιά που δεσπόζουν εκλείψεις,
Γουστάρω να σηκώσω του κόσμου τις πλάτες.

Και ο Θεός θα κλάψει συναντώντας το Κρίμα.
Το χρήμα θρησκεία, πολιτισμός,
δημιουργώντας στου Ανθρώπου το Μνήμα,
Βακχών οργιά ο νέος Θεσμός.

Ακολουθά τη ζωή σου με ρίγος,
Άδραξε τον αυλό που πεθαίνει,
Ο Ερωτάς ουρανός δίχως σφρίγος,
η καρδιά σου παιδί που μαθαίνει…

Γλυκεία ζωή σε ευχαριστώ
μα με ζυγώνει νεύμα
τι είναι Άχρηστο και τι Χριστό
τι ναι τροφή τι πνεύμα;

Και τώρα φύγε, ακούω φωνές,
Στ’ αγάλματα του χρόνου.
Δεν θέλω Σάρκα και ηδονές,
Ινδάλματα του πόνου.

Πριν αποδημήσεις μην ξεχάσεις
να πάρεις της ζωής τα δανεικά
σεντούκι η ψυχή να μην τη χάσεις
να τη γεμίσεις με ιδανικά.

Μα επιμένεις , κολυμπάς
Αντίθετα στο ρέμα.
Μην μένεις αν μ’ αγαπάς
Των κολασμένων αίμα.

Πάρε και κρύψε την αλήθεια:
Εγώ κυρίαρχος του κόσμου.
Φλόγα που καίει μες στα στήθια.
Τα χεριά της αγάπης δόσμου.

Αντίο. Ο ποιητής περιμένει
να βρω το δικό του ταβάνι.
Βασιλιάς η Αγάπη στεμένη,
τον θάνατο για δώρο λαμβάνει.

Ματιά μην κλαίτε που πονούν,
Του Ηλίου δύση η Αγωνιά.
Το χώμα ρίχνουν και σιωπούν.
Μοιρολατρική Συμφωνία.

ΣΤΟ ΠΕΡΙΓΙΑΛΙ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ


Πνιγερό ουρλιαχτό δονεί τις ψυχές μου.
Το είναι μου όλο μια φάλτσα κραυγή.
Οι ουρανοί δεν αχούν στις πτυχές μου.
Μ’ έχει φονεύσει μια ψεύτρα αυγή.

Σαν πειρατής στα σοκάκια του λογού,
Έχω κουρσέψει καινούριες μορφές.
Έχω καλπάσει τα βήματα άλογου.
Έχω πατήσει αγνές κορυφές.

Μπαγιάτεψε η κάρδια στην κάρδια μου
Έχει γνωρίσει αλλόκοτο φως.
Πουλιά σβηστά, στριγκλίζουν κλαδιά μου
και ο θάνατος πικρός αδελφός.

Δροσοσταλίδα ζωής η μάτια σου
και η φωνή που σκορπούσε σαν μ’ ειδές.
Τα δάκρυα έχουν μουσκέψει χαρτιά σου.
Υγρά φιλία που κόλαζαν Μίδες.

Γερασμένο παιδί σε καβούκι έφηβου,
Έχω χορτάσει της ζωής τα κρεβάτια .
Ο κύκλος για με, έχει το σχήμα του κύβου
και τα όνειρα τα αστερία για μάτια.

Με τύλιξε διαμάντινη σκόνη,
Με’ έζωσαν οι σκέψεις , οχιές.
Ένα μελτέμι τα πανιά μου φουσκώνει
σε νέους δρόμους σε , καινούριες τροχιές.

Η νύχτα φως και ο ήλιος χαράζει
Στο λυκαυγές του χρόνου, στο λυκόφως του μυαλού.
Και σαν χαρά μια πικρά, μαράζι,
με συνοδεύει σε ακτές του γιαλού.

Στυγνός, εκλεκτός, παρεισφρέω στη ποίηση
κραδαίνοντας το Αμάλθειο Κεράς.
Νεκρός θεός σε κάλπικη μύηση
θα λυτρωθώ στα χεριά μητέρας.

Ρόδινο στέμμα, χρησμός και μαντείο
θα πουν πως ήμουν και η σκέψη μου επλύθει.
Γνωστικός μα είπα τ’ αντίο
σαν κεραυνός, μαξιλάρι η Λήθη.